Απόφαση 1209 / 2022

(Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1209/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ………, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου …………….., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1284/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4326/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.12.2018 [με αριθ. εκθ.καταθ.11572/953/14.12.2018] αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’αριθ. 4326/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτή η από 28.8.2015 έφεση της εναιρεσείουσας και μετ’εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ’αριθ. 1284/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση διαφοράς αποδοχών από την παρασχεθείσα εργασία του στην αναιρεσείουσα ως οδηγός τουριστικών λεωφορείων.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [αρθρ. 552, 553, 556, 558,564 παρ.1, 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/2955/01.12.1975 (ΦΕΚ Β’ 1458/1975) “περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)”, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β’ 594/1987), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.
Στις ώρες αυτές περιλαμβάνονται:
α) ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, ούτε τις 48 ώρες εβδομαδιαίως, η δε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπλήρωσης του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόληση των μισθωτών αυτών, λογίζεται ως υπερεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 659 ΑΚ,
β) ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου,
γ) ο χρόνος τυχόν επισκευής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της διαδρομής,
δ) τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές εντός και εκτός έδρας και
ε) οι εντός έδρας και μεταξύ δύο διαδρομών διακοπές στο σταθμό αυτοκινήτων, εφόσον καθεμία από αυτές δεν υπερβαίνει τις 3 ώρες, καθώς και τυχόν περισσότερες των δύο διακοπών, άσχετα με τη διάρκειά τους.

Για την πέραν του 8ώρου απασχόληση θα καταβάλλεται το ωρομίσθιο, εξευρισκόμενο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νομίμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη 40 σύμφωνα με την ΥΑ 11770/1984) και προσαυξημένο κατά ποσοστό: α) 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β) 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 και γ) 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως.

Με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β’ 81/20-2-1984) ορίστηκε ότι “η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται…”. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ.1 της από 7-6-2008 ΣΣΕ “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας”, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 52781/2462/2008 (ΦΕΚ Β’ 1489/29-7- 2008) από 1-4-2008 και ίσχυσε έως 31-3-2009, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 της εν λόγω ΣΣΕ για το έτος 2008 αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985.
Οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται στην απόφαση αυτή είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Περαιτέρω, με το ομοίου περιεχομένου άρθρο 4 της ΔΑ 17/2009 “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας”, που επακολούθησε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25216/2058/2009 (ΦΕΚ Β’ 1847/3-9-2009), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010, καθώς και των από 25-4-2010 και 12-5-2011 ΣΣΕ “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας” (πράξεις κατάθεσης 1/28-4-2010 και 26/13-5-2011, αντίστοιχα), που ίσχυσαν από 1-4-2010 έως 31-3-2011 η πρώτη και από 1-4-2011 έως 31-3-2012 η δεύτερη, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 παρ.1 αυτών για τα έτη 2009, 2010 και 2011, αντίστοιχα, αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985 και ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται σε αυτές είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως απασχόληση.

Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου, η απόφαση 35/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας” (πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας …/26-6-1985) στο άρθρο 5 ορίζει ότι “Καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών στους εργαζομένους που υπάγονται στην απόφαση αυτή. Οι ημέρες ανάπαυσης είναι συνεχόμενες”. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ’ εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων, που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς, η οποία, μαζί με τα κατά τη διαδρομή διαλείμματα και τις διακοπές οδήγησης εντός και εκτός έδρας και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παράγραφο 1 του άρθρου 1 της ΥΑ 51266/2955/01.12.1975, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και το χρόνο τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των 8 ωρών μέχρι 13 ωρών ημερησίως και η πέραν των 40 ωρών μέχρι 72 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση, που γίνεται υπό τις ως άνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις, είναι επιτρεπόμενη εργασία, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2874/2000 (άρθρο 4 παρ.2, 3, 4 και 5), του ν. 3385/2005 (με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-10-2005) και του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 [που ισχύει από 15.7.2010] . Και ναι μεν, κατά το άρθρο 3 στοιχ. α’ του π.δ. 167/2006 (ΦΕΚ Α’ 179/2006) “Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 2002/15/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (…-3- 2002)”, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού, άρχισε από τις 23-3-2005, δεν περιλαμβάνονται στο χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β’ του παρόντος άρθρου 3 “περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας”, πλην όμως, κατά το άρθρο 10 του ως άνω π.δ. 167/2006 (άρθρο 10 της Οδηγίας) “Το παρόν διάταγμα δεν εμποδίζει την εφαρμογή ή τη θέσπιση ευνοϊκότερων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών ή την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων ή άλλων συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ευνοϊκότερων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των μετακινούμενων εργαζομένων. Η εφαρμογή του παρόντος δεν μπορεί να επιφέρει υποβάθμιση της γενικής προστασίας των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ.1 αυτού” (ΑΠ 1065/2018].

Εξ άλλου παροχή εξαρτημένης εργασίας υπάρχει και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζομένου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του Π.Δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104 οδηγία της ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές.
Στην πρώτη, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για “σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία”, διότι εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας, γι’ αυτό και έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Στη δεύτερη, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για “σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία” (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσης), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού.

Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 1065/2018], Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως κακή εφαρμογή [με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης], με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [ΟλΑΠ 1/2016]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία – ΟλΑΠ 1/1999).

Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και των Διαιτητικών Αποφάσεων, που καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων οδηγών των τουριστικών επιχειρήσεων, γιατί στις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, με βάση τις οποίες υπολογίσθηκαν τα αιτούμενα ποσά, εσφαλμένα προστέθηκαν το επίδομα προϋπηρεσίας και οικογενειακής του κατάστασης [επίδομα γάμου], καθότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία της υπεύθυνης δήλωσης και της προσκόμισης πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, που ορίζουν οι πιο πάνω διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αναιρετέα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση του μη νόμιμου συνυπολογισμού [από την παράλειψη της νόμιμης διαδικασίας γνωστοποίησης] των επιδομάτων γάμου και προϋπηρεσίας στις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, αφού η αναιρεσείουσα δεν έλαβε υπόψη ότι η ίδια συνυπολόγιζε αυτά στον καταβαλλόμενο μισθό.

Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της αγωγής, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος ζητεί αμοιβές για πρόσθετη εργασία [υπερεργασία, νόμιμες υπερωρίες, κατ’εξαίρεση υπερωρίες και εργασία Σαββάτων], υπολογιζόμενες με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονταν τα επιδόματα προϋπηρεσίας και γάμου, και τα οποία η αναιρεσείουσα κατέβαλε, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, γεγονός που συνάγεται από το δικόγραφο της αγωγής, τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, την αναφορά της αναιρεσείουσας στο δικόγραφο της έφεσης και της αναίρεσης ότι κατέβαλε το επίδομα γάμου αυτοβούλως αλλά και την έλλειψη αιτήματος καταβολής των σχετικών επιδομάτων, γιατί συμπεριλαμβάνονταν στον καταβαλλόμενο μισθό.

Ως εκ τούτου, η τήρηση ή μη της διαδικασίας γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας και της οικογενειακής κατάστασης του αναιρεσιβλήτου είναι άνευ εννόμου επιρροής.

Με τον δεύτερο και τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΠΔ 167/2006 [ΦΕΚ Α’ 179/2006] “Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 2002/15/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών” και της ΥΑ 51266/1975, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων , οδηγός τουριστικού λεωφορείου της απασχολείτο ” καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε Σάββατο…είχε υποχρέωση να παραλαμβάνει το λεωφορείο από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στον … και μετά το πέρας της εργασίας του να το παραδίδει επίσης στις ίδιες εγκαταστάσεις. Κάθε Σάββατο και άλλες δυό φορές εντός του πενθημέρου ο ενάγων παραλάμβανε το λεωφορείο στις 4.15 π.μ. από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στον … Αττικής και οδηγούσε μέχρι την αφετηρία του δρομολογίου στον Πειραιά. Εκεί παραλάμβανε εργαζομένους στον αερολιμένα “Ελ.Βενιζέλος” και ξεκινούσε ώρα 4.50 π.μ. για να τους μεταφέρει στο αεροδρόμιο…όταν έφθανε στον αερολιμένα μετά την αποβίβαση περίμενε για να επιβιβάσει εργαζόμενους των οποίων είχε τελειώσει η βάρδια και ακολουθούσε το ίδιο δρομολόγιο αντίστροφα με προορισμό τον Πειραιά , όπου έφθανε αναλόγως της κινήσεως από 7.15 έως ώρα 8.00 π.μ. Το ίδιο δρομολόγιο από Πειραιά προς αεροδρόμιο μετ επιστροφής ξεκινούσε να εκτελέσει ξανά ώρα 12.00 μ.μ. και 20.20 μ.μ., ενώ μετά το πέρας του τελευταίου δρομολογίου επέστρεφε το λεωφορείο στον … Αττικής στην έδρα της εταιρείας και τελείωνε στις 12.00 τη νύχτα. Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες εντός του πενθημέρου ξεκινούσε στις 5.15 π.μ. από το χώρο στάθμευσης της εναγομένης στον … Αττικής και μετέβαινε στις 6.00 π.μ. στις αφετηρίες δρομολογίων [Χαϊδάρι, Ταύρος, Ν. Σμύρνη] και παραλάμβανε εργαζομένους των εταιρειών …………………… για μεταφορά στις εργασίες τους στα Οινόφυτα, όπου έφθανε περί τις 7.00 π.μ. Μετά τη λήξη της εργασίας τους παραλάμβανε εκ νέου τους εργαζόμενους από τα Οινόφυτα και τους επέστρεφε εκεί απ’όπου τους είχε παραλάβει το πρωί μέχρι ώρα 17.00 ενώ στη συνέχεια πήγαινε στον … Αττικής, όπου παρέδιδε το λεωφορείο στις 18.00.

Όλες τις παραπάνω ημέρες από Δευτέρα έως Σάββατο, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ των δρομολογίων, ο ενάγων παρέμενε πάντα εντός του λεωφορείου και απασχολούνταν με τον καθαρισμό του λεωφορείου ….και πραγματοποιούσε ….μεταφορά προσώπων σε διάφορες εκδηλώσεις, κυρίως μαθητών σε μουσεία, θέατρα κλπ και μεταφορές τουριστών …μετάβαση για τους ίδιους λόγους εκτός Αθηνών….ο ενάγων απασχολείτο από Δευτέρα έως και Σάββατο υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης επί 15 ώρες ημερησίως, στις οποίες περιλαμβάνονταν ο χρόνος οδήγησης, που δεν υπερέβαινε τις 8 ώρες ημερησίως, ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου, τα διαλείμματα και οι διακοπές. Επομένως, πραγματοποιούσε εργασία το Σάββατο, υπερεργασία, νόμιμες υπερωρίες και κατ’ εξαίρεση υπερωρίες”, επιδίκασε δε αμοιβές για τις αιτίες αυτές από 1.1.2008 έως 16.6.2011 το συνολικό ποσό των 84.887,91 ευρώ.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις προαναφερθείσες διατάξεις αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως τόσον ως προς το ζήτημα του χρόνου οδηγήσεως όσο και του χρόνου συνολικής απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα εταιρεία καθ’όσον, κατά τα ανωτέρω

α] στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται η ώρα περατώσεως του δρομολογίου από τον Πειραιά προς αεροδρόμιο,

β] δεν γίνεται αναφορά στην μετά την εκτέλεση του πρωινού δρομολογίου στα Οινόφυτα κίνηση του τουριστικού λεωφορείου και δη εάν παρέμενε εκεί ή εάν αμέσως μετά ή μετά από ορισμένο χρόνο επέστρεφε στον …, όπου η έδρα της αναιρεσείουσας, ή εκινείτο σε άλλη διεύθυνση,

γ] δεν διαλαμβάνεται η ώρα παραλαβής των εργαζομένων από τα Οινόφυτα κατά την εκτέλεση του απογευματινού δρομολογίου,

δ] δεν αναφέρεται πόσος χρόνος απαιτείτο για τον καθαρισμό του λεωφορείου ώστε να είναι καθαρό για το επόμενο δρομολόγιο,

ε] η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε “όλες τις ημέρες [Δευτέρα – Παρασκευή] μεταφορά προσώπων σε διάφορες εκδηλώσεις, κυρίως μαθητών σε μουσεία, θέατρα κλπ. και μεταφορές τουριστών [γύρος Αθήνας κ.ά.] μετάβαση για τους ίδιους λόγους εκτός Αθηνών” είναι γενική μη περιέχουσα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέποντα τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Οι ανωτέρω ελλείψεις ασκούν ουσιώδη επιρροή στην αληθή διάγνωση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να αξιώσει πρόσθετη αμοιβή, διότι από τις σχετικές παραδοχές θα κριθεί εάν ο ενδιάμεσος χρόνος αναλόγως προς τη διάρκειά του και τις λοιπές περιστάσεις, δύναται να θεωρηθεί είτε ως απλά διαλείμματα προσμετρώμενα ως χρόνος απασχολήσεως, είτε ως χρόνος γνήσιας ετοιμότητας, προσμετρώμενος ομοίως, είτε ως χρόνος απλής ετοιμότητας προς εργασία, για τον οποίο δεν οφείλεται αμοιβή εν όψει μάλιστα του ότι έγινε δεκτή 15ωρη ημερήσια απασχόληση ήτοι πέραν της επιτρεπόμενης ημερήσιας συνολικής εργασίας των 13 ωρών.

Κατ’ ακολουθίαν, οι ως άνω λόγοι της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 562 παρ.4), είναι βάσιμοι και θα πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των προσθέτων αμοιβών από εργασία Σαββάτων, υπερεργασίας, νομίμων και κατ’ εξαίρεση υπερωριών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Μετά την αναίρεση για τον ως άνω λόγο, παρέλκει η εξέταση του τετάρτου λόγου , με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της περί εξόφλησης όλων των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο προσβάλλεται η εν γένει συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά ούτε και συγκεκριμένη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4326/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή