Ιωάννης Ληξουριώτης
Ομότιμος Καθηγητής εργατικού δικαίου

Πλην των άλλων θεμάτων με τα οποία ασχολείται το πρόσφατο νομοσχέδιο του κ. Χατζηδάκη είναι και κάποια ζητήματα που σχετίζονται με την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας. Οι σχετικές παρεμβάσεις δεν είναι κατά τη γνώμη μου σημαντικές και μάλιστα κάποιες από αυτές είναι ελλιπείς, ασαφείς και άχρηστες.

Προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης απεργίας

Μεταξύ των προϋποθέσεων για την νόμιμη λήψη της απόφασης για κήρυξη απεργίας είναι να λαμβάνεται αυτή με μυστική ψηφοφορία από τη γενική συνέλευση των μελών του συνδικαλιστικού σωματείου. Αυτό προβλεπόταν και εξακολουθεί να προβλέπεται με το νομοσχέδιο.

Μια σχετική παρέμβαση του νομοσχεδίου στο ζήτημα αυτό είναι ότι για να έχει δικαίωμα μια συνδικαλιστική οργάνωση να κηρύξει απεργία θα πρέπει να έχει ολοκληρώσει την εγγραφή της στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.). Πέραν, όμως, αυτού για την νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας θα πρέπει η συνδικαλιστική οργάνωση να έχει επικαιροποιήσει με σχετικές δηλώσεις προς το εν λόγω Μητρώο κάθε άλλη αλλαγή που αφορά το καταστατικό της, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τον αριθμό των μελών της, την έδρας της κ.λπ. κατά το χρόνο που κηρύσσεται η απεργία (άρθρο 82 § 6 περ. γ).

Μια δεύτερη παρέμβαση του νομοσχεδίου εμφανίζεται στο επίπεδο της διαδικασίας λήψης της απόφασης περί απεργίας, προβλέποντας ότι θα πρέπει να εξασφαλίζεται η δυνατότητα να συμμετέχουν στη σχετική ψηφοφορία τα μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης όχι μόνο με επιτόπια παρουσία στη γενική συνέλευση αλλά και εξ αποστάσεως (άρθρο 85 § 3 περ. γ’ τελευταίο εδάφιο).

Μια άλλη, απλώς διευκρινιστική παρέμβαση, αφορά στο ζήτημα της γνωστοποίησης προς τον εργοδότη της κήρυξης της απεργίας πριν 24 τουλάχιστον ώρες πριν ξεκινήσει, όπου το νομοσχέδιο αποσαφηνίζει ότι η υποχρέωση αυτή δεν αφορά μόνο την ολοήμερη απεργία αλλά και τις περιπτώσεις που κηρύσσονται ολιγόωρες στάσεις εργασίας. Επίσης, διευκρινίζεται ότι η προειδοποίηση αυτή πρέπει να είναι έγγραφη και να επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον εργοδότη ή στους εργοδότες που θα θιγούν από την απεργία, περιλαμβάνοντας την ημέρα και ώρα έναρξης και λήξης της απεργίας, τη μορφή της, τα αιτήματά του σωματείου και τους λόγους που τα θεμελιώνουν (άρθρο 90).

Μια περαιτέρω παρέμβαση του νομοσχεδίου αναφέρεται στο ζήτημα της κήρυξης απεργίας στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας και των πρόσθετων υποχρεώσεων που επιβάλλεται να τηρούνται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις στις περιπτώσεις αυτές για να είναι νόμιμη η απεργία (άρθρο 91).

Για το θέμα αυτό, εν πρώτοις, το νομοσχέδιο, εκ παραδρομής μάλλον, εμφανίζεται να καταργεί το πρώτο εδάφιο της τροποποιούμενης διάταξης του άρθρου 19 § 2 του Ν. 1264/1982 που ορίζει τις πρόσθετες αυτές υποχρεώσεις. Ως εκ τούτου η παράληψη αυτή θεωρώ ότι έχει γίνει από αβλεψία, η οποία όμως δεν μπορεί εύκολα να συγχωρεθεί σε ένα νομοσχέδιο που «δουλεύεται» στην ουσία επί ενάμιση σχεδόν έτος (υπό τον νυν και τον προηγούμενο υπουργό) και δίνεται για διαβούλευση.

Πέραν αυτού, περιλαμβάνονται μικρές φραστικές αλλαγές χωρίς ιδιαίτερη αξία, ενώ πιο σημαντική είναι η αφαίρεση των κλάδων της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης από αυτούς που υπάγονται στις έννοια των «επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας» (άρθρο 91), πράγμα που σημαίνει ότι εάν περάσει η τροποποίηση αυτή δεν θα υπάρχει στο εξής νομική υποχρέωση στις επιχειρήσεις αυτές, της ΕΡΤ συμπεριλαμβανομένης, να προειδοποιούν για την κήρυξη της απεργίας 4 ημέρες πριν την έναρξή της, ούτε θα οφείλουν πλέον να διαθέτουν προσωπικό ασφαλείας κατά τη διάρκεια της απεργίας για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.

Δημόσιος διάλογος ενόψει κήρυξης απεργίας

Η διαδικασία του δημοσίου διαλόγου (που στην πραγματικότητα δεν είναι δημόσιος) έχει ως σκοπό να αποτραπεί ή να διακοπεί η απεργία με την διενέργεια διαβουλεύσεων ενώπιον μεσολαβητή του Ο.ΜΕ.Δ. και επίλυση της συλλογικής διαφοράς μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει απεργία και του εργοδότη που πρόκειται να την υποστεί (άρθρο 93).

Δυστυχώς, από την αρχή ο θεσμός αυτός έχει σχεδιαστεί με εντελώς λάθος τρόπο (άρθρο 3 Ν. 2224/1994), με αποτέλεσμα όλα τα χρόνια που ισχύει να μην έχει προσφέρει τίποτε ουσιαστικό στο ζήτημα της αποτροπής των απεργιών και να έχει καταστεί μια εντελώς τυπική και ανούσια διαδικασία, θα λέγαμε ένα «θέατρο» που παίζεται κάθε φορά από τα μέρη για να ξενοιάσουν από την υποτιθέμενη αυτή υποχρέωση. Το χειρότερο, μάλιστα είναι ότι η κωμωδία αυτή υποθάλπεται σε έναν βαθμό και από τον Ο.ΜΕ.Δ.

Αρκεί να σημειωθεί ότι μολονότι προβλέπεται ότι η προσφυγή των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων του Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και οργανισμών και επιχειρήσεων δημόσιου ή κοινωφελούς χαρακτήρα στον δημόσιο διάλογο αποτελεί υποχρέωση αυτών, από την άλλη μεριά επιτρέπεται να μην προσέλθουν αυτές στο διάλογο ή να αποχωρήσουν όποτε επιθυμούν, οπότε στις περιπτώσεις αυτές κηρύσσεται απλώς ο δημόσιος διάλογος άκαρπος, χωρίς καμία εντελώς καμία ουσιαστική επίπτωση.

Επίσης, η νέα πρόβλεψη του νομοσχεδίου που αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του δημοσίου διαλόγου αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας (άρθρο 93 § 4), δεν έχει καμία αξία τη στιγμή που αρκεί, όπως αναφέρθηκε, η συνδικαλιστική οργάνωση να κάνει μεν την αίτηση αλλά να μην εμφανιστεί καν στις διαβουλεύσεις ή να διακόψει τις συζητήσεις και να αποχωρήσει όποτε επιθυμεί.

Δυστυχώς, στις σχετικές διατάξεις του νομοσχεδίου (άρθρο 93) δεν εντοπίζουμε καμία σημαντική αλλαγή, θα έλεγα, μάλιστα, ότι βρίθει φραστικών ασαφειών και νομοτεχνικών ατοπημάτων, για τα οποία ελπίζω ότι τελικώς κάποιο μάτι θα τα εντοπίσει πριν πάνε στη Βουλή ή, τουλάχιστον θα εντοπιστούν πριν ψηφιστούν.

Προσωπικό ασφαλείας και προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της απεργίας

Ένα ακόμα ζήτημα σχετικό με την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας στο οποίο παρεμβαίνει το νομοσχέδιο είναι αυτό της διάθεσης εκ μέρους της συνδικαλιστικής οργάνωσης δύο κατηγοριών προσωπικού: α) το προσωπικό που είναι αναγκαίο να προστατεύονται οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης και να προλαβαίνονται καταστροφές και ατυχήματα (προσωπικό ασφαλείας) και β) το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας (προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας). Ενώ το προσωπικό της πρώτης κατηγορίας οφείλουν να το διαθέτουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις σε κάθε κηρυσσόμενη απεργία, είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα, το προσωπικό της δεύτερης κατηγορίας οφείλουν να το διαθέτουν μόνο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν απεργία σε επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας.

Ο νεοτερισμός που επιφέρει στο ζήτημα αυτό το νομοσχέδιο είναι ότι σε κάθε περίπτωση το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 1/3 της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας. Το κακό είναι ότι η σχετική διάταξη του νομοσχεδίου δεν αρκείται στην αναφορά του ελάχιστου 1/3, αλλά συνεχίζει με την έκφραση «ανάλογα με τους κινδύνους που προκύπτουν για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών», καθιστώντας έτσι τη διάταξη δυσερμήνευτη. Δηλαδή, με την ατυχή αυτή έκφραση προκύπτει το ερμηνευτικό ζήτημα (που, εάν διατηρηθεί, θα δημιουργήσει στο μέλλον σοβαρά προβλήματα) εάν ο βαθμός του κινδύνου των πολιτών από την απεργία θα οδηγεί στον περιορισμό του 1/3 ή στην υπέρβαση του 1/3 ή, ενδεχομένως, θα δημιουργεί μια κατάσταση ασανσέρ, έτσι ώστε ο αριθμός του προσωπικού αυτού να ανεβαίνει και να κατεβαίνει στην ουσία αυθαίρετα.

Όπως και στο ισχύον δίκαιο, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι δύο παραπάνω κατηγορίες προσωπικού ορίζονται σε κάθε επιχείρηση με συμφωνία μεταξύ συνδικαλιστικής οργάνωσης και εργοδότη. Το νέο που εισάγεται με το νομοσχέδιο είναι η αναλυτική περιγραφή του περιεχόμενου αυτής της συμφωνίας. Έτσι θα πρέπει, εκτός των τυπικών στοιχείων της συμφωνίας, θα πρέπει σ’ αυτήν να αναφέρονται α) οι υπηρεσίες και τα τμήματα της επιχείρησης ή των επί μέρους εκμεταλλεύσεων αυτής που θα εξακολουθήσουν να είναι σε λειτουργία κατά τη διάρκεια της απεργίας, ανάλογα με τη διάρκειά της και τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή στο δημόσιο συμφέρον και την οικονομία συγκεκριμένης ή ευρύτερης περιοχής ή όλης της χώρας, β) ο αριθμός των εργαζομένων ανά ειδικότητα που απαιτείται για τη στελέχωση των τμημάτων αυτών, γ) διαδικαστικά θέματα για τον ορισμό των εργαζομένων και δ) η διάρκεια ισχύος αυτής, αν και για το τελευταίο αυτό στοιχείο η σχετική πρόβλεψη υποπίπτει και πάλι στο αμάρτημα της ασάφειας.  

Επίσης, το νομοσχέδιο αναφέρει ρητώς (σιωπηρώς συνάγεται και από τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις) ότι δεν επιτρέπεται η κήρυξη απεργίας χωρίς προηγουμένως να έχει καθοριστεί το προσωπικό ασφαλείας και, όπου απαιτείται, το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης λειτουργίας. Όμως, και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, η πρόβλεψη αυτή δέχεται εναλλακτικά (υιοθετώντας ήδη υφιστάμενη νομολογιακή άποψη) ότι η απεργία είναι νόμιμη και χωρίς να γίνουν όλες οι παραπάνω διαδικασίες, αρκεί το σωματείο να διαθέσει πραγματικά το προσωπικό αυτό κατά τη διάρκεια της απεργίας. Με τον τρόπο όμως αυτό συντηρείται και επιβεβαιώνεται νομοθετικά μια κακή νομολογία που καθιστά τελείως διακοσμητική τη διαδικασία και τις επί μέρους υποχρεώσεις.

Προστασία του δικαιώματος στην εργασία

Κάτω από τον τίτλο αυτό, το νομοσχέδιο, αντί να ρυθμίσει το σχετικό ζήτημα θέτοντας σαφείς απαγορεύσεις προς τα σωματεία, εισάγει μια (δήθεν) υποχρέωση κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει απεργία «να προστατεύει το δικαίωμα των εργαζομένων που δεν συμμετέχουν στην απεργία, ώστε να προσέρχονται και να αποχωρούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα από την εργασία τους και να παρέχουν αυτήν χωρίς εμπόδιο και ιδίως χωρίς την άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους από οποιονδήποτε».

Θα αρκεστώ να χαρακτηρίσω αυτή τη διάταξη αστεία και κενή νομικού περιεχομένου, γιατί δεν είναι δυνατόν να καθίσταται ένα σωματείο «προστάτης» των εργαζομένων που δεν απεργούν. Μόνο υπό τη μορφή σαφών και συγκεκριμένων απαγορεύσεων θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της παρεμπόδισης των εργαζομένων να εργαστούν καθώς και των καταλήψεων των χώρων εργασίας. Αφού, λοιπόν, δεν αντέχει η κυβέρνηση να υποστεί το πολιτικό κόστος μιας σαφούς και αποτελεσματικής σχετικής ρύθμισης καλό είναι να μην γελοιοποιεί τη νομοθετική διαδικασία. Θα έπρεπε να μην εισάγει καμία ρύθμιση.

Πηγή