Στις 5 Ιανουαρίου θα αποδοθεί στο κοινό το ανάκτορο του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας, έπειτα από την ολοκλήρωση της πολύχρονης αναστήλωσης στην οποία προχώρησε το υπουργείο Πολιτισμού.

Όπως ανακοίνωσε μεταξύ άλλων η αρμόδια υπουργός, Λίνα Μενδώνη, σε δηλώσεις της στα διεθνή ΜΜΕ, την Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2024, ο Πρωθυπουργός θα εγκαινιάσει το αναστηλωμένο και αποκατεστημένο ανάκτορο του Φιλίππου Β΄, στις Αιγές, το οποίο ο μελετητής της αρχαίας αρχιτεκτονικής Wolfram Hoepfner αποκάλεσε «Παρθενώνα της Μακεδονίας».

«Είναι το ανάκτορο στο οποίο εστέφθη, ως βασιλεύς των Μακεδόνων, ο Μέγας Αλέξανδρος. Οικοδόμημα εντυπωσιακό τόσο σε μεγαλοπρέπεια, όσο και σε έκταση, μνημείο μοναδικό, που σε συνδυασμό με το Μουσείο που εγκαινιάσαμε έναν χρόνο πριν, μαζί με τον πολιτιστικό πλούτο των Αιγών, δημιουργεί έναν ισχυρό πολιτιστικό πόλο για την πατρίδα μας και μείζονα αναπτυξιακό πόρο για τη Μακεδονία», είπε χαρακτηριστικά η Λίνα Μενδώνη.

Το ανάκτορο, χτισμένο στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., από τον Φίλιππο Β’, το «βασίλειον καθίδρυμα» των Αιγών, το μεγαλύτερο οικοδόμημα της κλασικής Ελλάδας, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να συναρμόζει την Αγορά, τον τόπο συνάθροισης των πολιτών της Μητρόπολης των Μακεδόνων, με τη βασιλική παρουσία και εξουσία. Στο μέγα περιστύλιο του ανακτόρου, το φθινόπωρο του 336 π.Χ., ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Μακεδόνων ο Αλέξανδρος και ξεκίνησε η μεγάλη πορεία που μετασχημάτισε τον τότε κόσμο σε Οικουμένη.

Το ανάκτορο των Αιγών, ένα απολύτως πρωτοποριακό για την εποχή του οικοδόμημα, έγινε πρότυπο και αρχέτυπο, γνώρισε χιλιάδες επαναλήψεις καθορίζοντας, για πολλούς αιώνες, την εικόνα της δημόσιας αρχιτεκτονικής, σε ανατολή και δύση.

Σύμβολο της Μακεδονικής ηγεμονίας, το μνημείο καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 148 π.Χ., κάηκε και λιθολογήθηκε για να χαθεί από προσώπου γης. Πλέον, καθώς οι εργασίες αναστήλωσής του φτάνουν στο τέλος τους, παραπέμπει ξανά στην αρχική του εικόνα.

Οι επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου των Αιγών, σύντομα θα μπορούν να έχουν μια ολοζώντανη εικόνα «του Παρθενώνα της Μακεδονίας» – όπως είχε χαρακτηρίσει το μνημείο ο Wolfram Hoepfner, ένας από τους σπουδαιότερους μελετητές της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής – το οποίο με πολύ κόπο, επιμονή και υπομονή αναδύεται από τη λήθη των αιώνων.

Ένα μέρος, μήκους 30μ., του άνω ορόφου του κεντρικού τμήματος της πρόσοψης του ανακτόρου, της οποίας η αναστήλωση στο μνημείο δεν κατέστη δυνατή για λόγους στατικούς, καθώς δεν διασώθηκε το ενδιάμεσο αρχαίο υλικό, εκτίθεται στο Κτήριο του Κεντρικού Μουσείου.

Πηγή