Ακριβά κοστίζουν στον ελληνικό προϋπολογισμό και στους προϋπολογισμούς των περισσότερων κρατών της Ε.Ε. οι απάτες τύπου «καρουζέλ» στον ΦΠΑ από πολυεθνικά κυκλώματα επιτήδειων.

Με το σύστημα που χρησιμοποιούν παραπλανούν τις φορολογικές αρχές και το σύστημα VIES και ενίοτε καταφέρνουν, όχι μόνο να μην καταβάλλουν τον ΦΠΑ που αναλογεί, αλλά να λαμβάνουν και επιστροφή.

Σύμφωνα με τη χθεσινή έκθεση της Κομισιόν, η Ελλάδα χάνει το 19,7% των δυνητικών εσόδων από τον ΦΠΑ και βρίσκεται στην 4η θέση των χωρών με τις χειρότερες ποσοστιαίες επιδόσεις, πίσω από τη Ρουμανία, τη Μάλτα και την Ιταλία. Η χώρα μας απώλεσε έσοδα ύψους 3,17 δισ. ευρώ από τον ΦΠΑ που θα μπορούσε να είχε εισπράξει το 2020, ενώ οι απώλειες στο σύνολο της Ε.Ε. αγγίζουν τα 93 δισ. ευρώ.

Σε σχέση με το 2019, υπάρχει μείωση των ποσοστών και του διαφυγόντος ΦΠΑ, που οφείλεται στην επίδραση της πανδημίας, που επέφερε μείωση των συναλλαγών, μειώσεις των συντελεστών του ΦΠΑ, εκπτώσεις επί των οφειλόμενων ποσών και αναστολές φορολογικών υποχρεώσεων.

Ειδικότερα το 2019 οι απώλειες σε επίπεδο Ε.Ε.-27 είχαν ανέλθει σε 123,9 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 31,2 δισ. ευρώ. Στην Ελλάδα οι απώλειες ήταν 4,71 δισ. ευρώ το 2019 ή στο 23,4%.

Σημαντικό τμήμα αυτής της απώλειας εσόδων οφείλεται σε κρούσματα απάτης για την αποφυγή καταβολής του ΦΠΑ των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Με βάση την ενωσιακή φορολογική νομοθεσία, στις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές δεν επιβάλλεται ΦΠΑ, γεγονός που λειτουργεί ως εφαλτήριο για την απάτη.

Πρόκειται για τη γνωστή πλέον μέθοδο «καρουζέλ», η οποία αποτελεί μάστιγα για τον κρατικό προϋπολογισμό της χώρας μας, καθώς τα περιστατικά χρήσης αυτής της μεθόδου που καταγράφουν οι φοροελεγκτικές αρχές έχουν αυξηθεί σημαντικά. Το 2020 τα κρούσματα απάτης τύπου «καρουζέλ» που εντοπίστηκαν στη χώρα μας από τις φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ ανήλθαν συνολικά σε 207 έναντι 164 το 2019.

Τα βήματα της απάτης

Μια απλή μορφή απάτης τύπου «καρουζέλ» περιλαμβάνει τα ακόλουθα βήματα:

Πρώτο βήμα: Ο κύκλος της απάτης ξεκινά με την «Εταιρεία Α», που βρίσκεται στο «Κράτος Μέλος 1» η οποία πωλεί αγαθά στην «Εταιρεία Β» στο «Κράτος Μέλος 2». Η «Εταιρεία Α» δεν επιβάλλει ΦΠΑ επί της συναλλαγής εφόσον είναι η «Εταιρεία Β» που έχει την υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ μέσω της μεθόδου της διπλής καταχώρησης. Αυτό σημαίνει με απλά λόγια πως η «Εταιρεία Β» χρεώνει τον εαυτό της ΦΠΑ και την ίδια στιγμή διεκδικεί αυτόν τον ΦΠΑ, με αποτέλεσμα να μην έχει να καταβάλει φόρο στις φορολογικές αρχές του «Κράτους Μέλους 2». Αυτές οι συναλλαγές, όμως, δηλώνονται στο σύστημα VIES, ένα ηλεκτρονικό σύστημα στο οποίο οι επιχειρήσεις καταχωρούν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές τους, προϊόντων και υπηρεσιών.

Δεύτερο βήμα: Όταν η «Εταιρεία Β», που απέκτησε τα αγαθά χωρίς να καταβάλει ΦΠΑ, προχωρήσει σε πώληση των αγαθών στην «Εταιρεία Γ», ας πούμε για 100.000 ευρώ, εντός του «Κράτους Μέλους 2», η πράξη θα περιλαμβάνει ΦΠΑ του «Κράτους Μέλους 2», για παράδειγμα 24%, εφόσον αποτελεί εγχώρια παράδοση αγαθών. Κανονικά, η «Εταιρεία Β» θα είναι υποχρεωμένη να δηλώσει και να καταβάλει τον ΦΠΑ που εισέπραξε, δηλαδή 24.000 ευρώ, στη φορολογική αρχή. Η «Εταιρεία Β», όμως, αποτελεί τον λεγόμενο «εξαφανισμένο έμπορο» και δεν θα καταβάλει τελικά οποιονδήποτε ΦΠΑ εισέπραξε από την «Εταιρεία Γ».

Τρίτο βήμα: Οι συναλλαγές συνεχίζονται με πωλήσεις εντός του «Κράτους Μέλους 2», από την «Εταιρεία Γ» στην «Εταιρεία Δ», που μεταπωλεί στην «Εταιρεία Ε». Οι έμποροι μετά την «Εταιρεία Β», οι λεγόμενοι «απομονωτές», έχουν επιβάλει, εισπράξει και αποδώσει κανονικά στις αρχές τον ΦΠΑ. Η «Εταιρεία Ε» πωλεί τα ίδια αγαθά πίσω στην «Εταιρεία Α» στο «Κράτος Μέλος 1», όπου πάλι δεν επιβάλλεται ΦΠΑ εφόσον εφαρμόζεται η διπλή καταχώρηση από την «Εταιρεία Α». Οι απατεώνες ρυθμίζουν τις τιμές πώλησης μεταξύ των διαφόρων εταιρειών με τέτοιον τρόπο που η συναλλαγή να είναι κερδοφόρα για τις εταιρείες που συμμετέχουν, δίχως να γνωρίζουν όμως πως αποτελούν πιόνια της απάτης. Στο παράδειγμά μας το «Κράτος Μέλος 2» χάνει 24.000 ευρώ, τα οποία δεν εισέπραξε από την «Εταιρεία Β», αλλά που υποχρεούται να τα επιστρέψει στην «Εταιρεία Γ» εφόσον η εταιρεία αυτή έχει το δικαίωμα έκπτωσης. Το γεγονός πως η «Εταιρεία Β» δεν έχει αποδώσει τον ΦΠΑ στη φορολογική αρχή δεν αφαιρεί το δικαίωμα της «Εταιρείας Γ» να διεκδικήσει τον ΦΠΑ που πλήρωσε σε αυτήν, αρκεί φυσικά να μην τεκμηριώνεται πως εις γνώσιν της συμμετείχε στην απάτη. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα βραχύ διάστημα. Όταν η φορολογική αρχή αναζητήσει την «Εταιρεία Β», η πιθανότητα είναι πως δεν θα βρει τίποτα, ενώ ο κύκλος που περιγράψαμε, το «καρουζέλ», μπορεί να έχει επαναληφθεί πολλές φορές, με τα ίδια αγαθά, και με τους απατεώνες να εξαφανίζονται με ΦΠΑ αξίας εκατομμυρίων.

Πηγή