Ενέργειες οι οποίες θα φτάσουν έως ένα ποσοστό 2% επί του σταθμισμένου ενεργητικού των τραπεζών, αναμένεται να κοστίσει στα πιστωτικά ιδρύματα η λήξη των διευκολύνσεων που είχε επιτρέψει ο SSM στο πλαίσιο της πανδημίας.

Το Covid Guidance αλλάζει και οι ευνοϊκές ρυθμίσεις του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού διακόπτονται. Ειδικότερα, από την 1η Ιανουαρίου 2023 ο SSM έχει ήδη προχωρήσει στις γνώριμές του αυστηροποιήσεις, διακόπτοντας την ευνοϊκή αντιμετώπιση που υπήρξε για τις τράπεζες σε μια σειρά από θέματα, όπως:

α) Τα IFRS9, διακόπτοντας το δικαίωμα για περιορισμένες προβλέψεις.

β) Επαναφέρει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας περίπου μία μονάδα πάνω από το κατώτερο επίπεδο.

γ) Στις περιπτώσεις που έχουν καταγράψει ζημιές από ομολογιακούς τίτλους, οι τράπεζες πρέπει να τις εμφανίζουν στο ακέραιο.

Όλα τα παραπάνω έχουν ασφαλώς τη μορφή οδηγιών και δεν αποτελούν απαίτηση, σημειώνουν τραπεζικοί παράγοντες, ωστόσο όλες οι οδηγίες του SSM αποτελούν συνήθως «εντολές» προς τις τράπεζες. Έτσι, λοιπόν, τα κεφάλαια CET1, που σήμερα πρέπει να είναι 9,5%-10% (οι τράπεζες έχουν υψηλότερα επίπεδα), θα πρέπει, επί τη βάσει των νέων οδηγιών, να φθάσουν 1,5%-2% υψηλότερα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών, οι ενέργειες στις οποίες θα προβούν τα πιστωτικά ιδρύματα για να φέρουν εις πέρας τις νέες οδηγίες εκτιμάται πως δεν θα είναι χαμηλότερες των 2 δισ. ευρώ (νέες εκδόσεις, πώληση στοιχείων ενεργητικού, ενίσχυση οργανικής κερδοφορίας κ.λπ.).

Η επενδυτική βαθμίδα

Την ίδια στιγμή οι τράπεζες ξεκινούν έναν αγώνα δρόμου με στόχο την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αμέσως μετά την ανάκτησή της από την ελληνική οικονομία. Στον κύριο οίκο, που αναμένεται να είναι και ο πρώτος που θα αναβαθμίσει τη χώρα μας, τον S&P, τα πιστωτικά ιδρύματα τοποθετούνται τρεις και τέσσερις μονάδες πίσω από την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, η οποία θέλει μόνο μία μονάδα για να φθάσει την επενδυτική βαθμίδα. Προκειμένου, ωστόσο, να τα καταφέρουν προς αυτήν την κατεύθυνση, οι τράπεζες πρέπει να πείσουν τους οίκους για συνεχή και αδιάλειπτη οργανική κερδοφορία, η οποία θα μπορέσει να διαμορφώσει και το οργανικό τους κεφάλαιο, θα πρέπει να φθάσουν τα κόκκινα δάνειά τους στον μέσο ευρωπαϊκό όρο παρά τις δυσκολίες προς αυτήν την κατεύθυνση και θα πρέπει να προβούν σε ενέργειες εξαιρετικά πειστικές που θα αλλάξουν τα καταγεγραμμένα δεδομένα τους. Συγχρόνως οι τράπεζες οφείλουν να διανείμουν μέρισμα και προς αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιούν έναν αγώνα δρόμου προκειμένου να επιδείξουν και τα υψηλότερα δυνατά αποτελέσματα για το τέλος του 2022.

Επιτόκια και κόκκινα δάνεια

Η συνεχιζόμενη άνοδος των επιτοκίων αποτελεί μέχρι στιγμής σύμμαχο των τραπεζών, ωστόσο εκφράζονται σημαντικοί φόβοι για την παραγωγή τοξικότητας από τη συγκεκριμένη εξέλιξη, μιας και δεν αποκλείεται να υπάρξουν νέα κόκκινα δάνεια, αλλά κυρίως οι τράπεζες θα πρέπει να δώσουν σημαντικότερες αποδόσεις σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις. Συγχρόνως θα πρέπει να λύσουν το θέμα του «Sunrise 3», του «Frontier 2» και του «Sollar», τριών haps που, ενώ έχουν λάβει όλες τις σχετικές άδειες από τον SSM, δεν οδεύουν προς τον μηχανισμό «Ηρακλής». Οι τράπεζες δεν μπορούν να διατηρούν 1,5 δισ. ευρώ κόκκινα δάνεια διαθέσιμα προς πώληση επ’ αόριστον.

Η επίσκεψη Ενρία

Αύριο τα θέματα αυτά και άλλα θα συζητηθούν τόσο με τους τραπεζίτες όσο και με την εποπτεία τους στο σύντομο ταξίδι που θα πραγματοποιήσει στη χώρα μας ο Αντρέα Ενρία. Ας σημειωθεί, τέλος, πως οι τράπεζες θα παραλάβουν επισήμως τα στοιχεία για τα stress tests στο τέλος του Ιανουαρίου και η άσκηση θα ξεκινήσει για όλες τις συστημικές τράπεζες.

Πηγή