Διεύρυνση του αφορολογήτου στους αγρότες που αποκτούν σύνταξη του ΟΓΑ

Μέχρι την 6/6/2017 δηλαδή την ψήφιση στην Βουλή των Ελλήνων του Ν. 4474/7-6-2017, (ΦΕΚ Α’ 80/7-6-2017) «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376 και άλλες διατάξεις», όσον αφορά την μείωση των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 4172/2013 σε αυτούς που απέκτησαν εισόδημα από την άσκηση αγροτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας αποκτώντας παράλληλα και εισόδημα από μισθούς και συντάξεις για το φορολογικό έτος 2016 και μετά, ίσχυαν τα εξής:

Μέχρι 6/6/2017

Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 4172/2013:

Τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται αυτοτελώς με την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15.

Ο φόρος που προκύπτει για το εισόδημα από ατομική αγροτική επιχείρηση μειώνεται κατά το ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 16.

Στην περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από μισθούς και συντάξεις μαζί με εισόδημα ατομικής αγροτικής επιχείρησης, η μείωση φόρου υπολογίζεται μία φορά για το σύνολο των εισοδημάτων.

Στην περίπτωση που αποκτάται εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή και από ατομική αγροτική επιχείρηση μαζί με εισόδημα από λοιπές κατηγορίες, η μείωση του φόρου θα είναι αυτή που αναλογεί μόνο στο μέρος του εισοδήματος που προέρχεται αποκλειστικά από μισθωτή εργασία και συντάξεις ή και από ατομική αγροτική επιχείρηση.

Η μείωση του φόρου της παρούσας παραγράφου για τους ασκούντες αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα εφαρμόζεται μόνο για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες, όπως αυτοί ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, εφόσον τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα.

 

2. Ποιος είναι ο κατ’ επάγγελμα αγρότης

Ο νόμος ο οποίος πραγματεύεται τους αγρότες είναι ο Ν. 3874/2010 «Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων».

Σύμφωνα με την περίπτωση α΄της παρ. 1 του άρθρου 2, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 65 του Ν. 4389/2016:

«Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, οι παρακάτω ορισμοί έχουν αντίστοιχα την εξής έννοια:

α) Επαγγελματίας αγρότης είναι το ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, εφόσον πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

αα) Είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης.

αβ) Ασχολείται επαγγελματικά με αγροτική δραστηριότητα στην εκμετάλλευσή του τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του.

αγ) Λαμβάνει από την απασχόλησή του σε αγροτική δραστηριότητα το 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του.

αδ) Είναι ασφαλισμένος ο ίδιος και η αγροτική του εκμετάλλευση, όπου απαιτείται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

αε) Τηρεί λογιστικά βιβλία, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία».

 

Σχετικά με την προϋπόθεση της τήρησης λογιστικών βιβλίων, στην απόφαση με Αρ.Πρωτ.:ΔΕΑΦ 1000637 ΕΞ 2017/02-01-2017 διευκρινίζεται ότι:

«οι αγρότες-φυσικά πρόσωπα, ως οντότητες της παραγράφου (2γ) του άρθρου 1 του Ν.4308/2014 εφόσον αποκτούν εισόδημα από ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, καταρχήν εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, ήτοι έχουν υποχρέωση τήρησης βιβλίων. Συνεπώς την ιδιότητα φυσικού προσώπου ως κατ΄ επάγγελμα αγρότη, όπως ορίζεται στο άρθρο 65 του Ν.4389/2016, έχουν όσοι ασκούν ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα και έχουν υποχρέωση τήρησης βιβλίων, ανεξαρτήτως υπαγωγής αυτών σε καθεστώς Φ.Π.Α. και ανεξαρτήτως υποχρέωσης ενημέρωσης ή μη των λογιστικών αρχείων (βιβλίων)».

 

3. Προσδιορισμός του 50% του αγροτικού εισοδήματος

Σύμφωνα με την ΚΥΑ Αριθ. 134430/4-3-2011 «Προσδιορισμός του αγροτικού εισοδήματος», η σύγκριση αγροτικού και συνολικού εισοδήματος γίνεται ατομικά.

Συγκεκριμένα αναφέρονται τα παρακάτω:

«Άρθρο 1

Για τον προσδιορισμό του προβλεπόμενου στα εδάφια (αγ) της περίπτωσης α΄ και (βα) της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3874/2010 (ΦΕΚ Α΄ 151) ποσοστού εισοδήματος, συγκρίνεται το αγροτικό με το συνολικό εισόδημα. Η σύγκριση αγροτικού και συνολικού εισοδήματος γίνεται σε ατομικό επίπεδο και περιλαμβάνει τα ακόλουθα επιμέρους εισοδήματα, όπως αυτά δηλώνονται στη αρμόδια ΔΟΥ.

Άρθρο 2

1. Το αγροτικό εισόδημα για τις ανάγκες εφαρμογής του Ν. 3874/2010 αποτελείται από:

α) Εισοδήματα που αποκτώνται από τις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η παραγωγή, αποθήκευση, τυποποίηση, συσκευασία, η εν γένει τοποθέτηση μέχρι και το στάδιο της χονδρικής και λιανικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η ίδια η αγροτική εκμετάλλευση καθώς και η πρώτη χωρική ή οικοτεχνική μεταποίησή τους.

β) Εισοδήματα που αποκτώνται από την θαλάσσια αλιεία και την αλιεία εσωτερικών υδάτων (εξαιρείται ή υπερπόντια αλιεία), την σπογγαλιεία, την οστρακαλιεία, τη δασοπονία, την υδατοκαλλιέργεια και τη θηραματοπονία.

γ) Εισοδήματα που προέρχονται από τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ισχύος μέχρι 100 KW.

δ) Εισοδήματα που προέρχονται από τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων δυναμικότητας έως 10 δωματίων.

ε) Εισοδήματα που προέρχονται από την παροχή αγροτικής εργασίας σε δασαρχεία και από την αγροτική εργασία σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις τρίτων.

στ) Οι αγροτικές ενισχύσεις και οι αποζημιώσεις επί της παραγωγής.

2. Τα εισοδήματα που δεν προσμετρούνται στο αγροτικό εισόδημα για τη εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, είναι αυτά που προέρχονται από: την απασχόληση σε εμπορικές επιχειρήσεις, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, ελευθέρια επαγγέλματα, μισθωτές υπηρεσίες και κάθε μορφής εξαρτημένη εργασία, συντάξεις (κύριες, επικουρικές, αναπηρικές κ.α.).

Άρθρο 3

Στο συνολικό εισόδημα, το οποίο συγκρίνεται με το αγροτικό εισόδημα του άρθρου 2 της απόφασης αυτής, δεν προσμετρώνται τα ακόλουθα:

α) Εισόδημα από ακίνητα.

β) Εισόδημα από κινητές αξίες π.χ. μερίσματα, προμερίσματα, ομολογίες, ομολογιακά δάνεια, χρεόγραφα κ.α.

γ) Τόκοι καταθέσεων.

δ) Έξοδα παράστασης και αποζημιώσεις αιρετών οργάνων, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, συνδικαλιστικών και αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων καθώς και αμοιβές και ποσοστά (εκτός μισθού) των μελών του διοικητικού συμβουλίου νομικών προσώπων.

ε) Επιδόματα ανεργίας, πολυτέκνων και πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα».

4. Ισχύουσες διατάξεις

O Ν. 4474/2017 δημοσιεύθηκε σε Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στις 7/6/2016, αλλά ή τροποποίηση που γίνεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 4172/2013 ισχύει από 1/1/2016, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 του Ν. 4474/2017.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 34 του Ν. 4474/2017 ορίζεται ότι:

1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 4172/2013 (Α΄ 167) το οποίο προστέθηκε µε την περίπτωση β΄ της παρ. 3 του άρθρου 44 του Ν. 4389/2016 (Α΄ 94), αντικαθίσταται ως εξής:

«Η µείωση του φόρου της παρούσας παραγράφου για τους ασκούντες αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα εφαρμόζεται µόνο για τους κατ’ επάγγελµα αγρότες, όπως αυτοί ορίζονται στην κείµενη νοµοθεσία, εφόσον τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματος τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα. Στο εισόδηµα του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται η κύρια σύνταξη από ΟΓΑ, οι αµοιβές από παροχή εργασίας µε εργόσηµο, οι αµοιβές εργαζοµένων υπαγοµένων στην ασφάλιση ΟΓΑ σε τυποποιητήρια, συσκευαστήρια και σε συναφείς χώρους, για έως εκατόν πενήντα (150) ημερομίσθια ανά έτος, καθώς και οι αµοιβές µελών αγροτικών ή/και γυναικείων συνεταιρισµών, που απασχολούνται περιστασιακά και υπάγονται στην ασφάλιση ΟΓΑ».

2. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο ισχύουν από 1/1/2016».

Αυτό σημαίνει ότι αν για παράδειγμα συνταξιούχος του ΟΓΑ (και όχι συνταξιούχος από άλλο ταμείο) έλαβε συντάξεις 6.000,00 και καθαρά κέρδη από την άσκηση αγροτικής δραστηριότητας 3.000,00, ενώ στις εκκαθαρίσεις φόρου μέχρι την 6/6/2017 δεν δικαιούνταν την έκπτωση του άρθρου 16 του Ν. 4172/2013 γιατί τα εισοδήματα που προέρχονται από την άσκηση ατομικής αγροτικής δραστηριότητας ήταν κάτω από το 50% του συνολικού εισοδήματος, μετά την ψήφιση του Ν. 4474/2017 αυτά θα είναι στο 100% (άνω του 50%) και επομένως θα δικαιούται την έκπτωση του προαναφερθέντος άρθρου.

Επιπλέον ευνοούνται και οι κατ’ επάγγελμα αγρότες οι οποίοι συμπληρώνουν το εισόδημα τους παράλληλα με το αγροτικό και ως εργάτες γης ή στην βιομηχανία αγροτικών προϊόντων και μέχρι εκατόν πενήντα (150) ημερομίσθια ανά έτος.